Ν.3728/2008 (ΦΕΚ 258/Α΄/18.12.2008) 

Άρθρο 1
Σύσταση

1. Στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης συνιστάται ενιαίος διοικητικός τομέας, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 53 του π.δ.63/2005 (ΦΕΚ 98 Α), με τίτλο «Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς», που περιλαμβάνει τα Τμήματα Κοστολόγησης, Αγορανομικών Ελέγχων και Τιμοληψίας των Διευθύνσεων Τιμών Τροφίμων και Ποτών, Τιμών Βιομηχανικών Προϊόντων και Φαρμάκων και Τιμών Παροχής Υπηρεσιών, της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικού Εμπορίου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.
2. Στην Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς προΐσταται μετακλητός Ειδικός Γραμματέας και συνιστάται προς τούτο μία (1) θέση με βαθμό 2ο της κατηγορίας ειδικών θέσεων.

Άρθρο 2
Αποστολή

Αποστολή της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς είναι ο έλεγχος της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς και ιδίως η διενέργεια πάσης φύσεως ερευνών, ελέγχων και τιμοληψιών που έχουν σχέση με την παραγωγή, εισαγωγή, διακίνηση, αποθήκευση και διάθεση προϊόντων και εμπορευμάτων του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, την παροχή υπηρεσιών, τις πωλήσεις κάτω του κόστους, τη νομιμότητα του τρόπου άσκησης εμπορικής δραστηριότητας από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, την εφαρμογή του Αγορανομικού Κώδικα και των αγορανομικών διατάξεων και αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατά εξουσιοδότησή του και ισχύουν.

Άρθρο 3
Αρμοδιότητες

1. Η Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς προβαίνει ειδικότερα σε:
α) έλεγχο σε χώρους παραγωγής, εισαγωγής, αποθήκευσης και διακίνησης ή μεταφοράς προϊόντων και εμπορευμάτων και σε χώρους παροχής υπηρεσιών,
β) έλεγχο ύπαρξης ενδεικτικών πινακίδων, τιμοκαταλόγων και κάθε αναγκαίου, για την ενημέρωση του καταναλωτή, στοιχείου, σε προϊόντα ή εμπορεύματα, ως προς το είδος, την ποιότητα, τη σύσταση, την προέλευση και την τιμή κατά συνήθη μονάδα μέτρησης, καθώς και στις παρεχόμενες υπηρεσίες αντίστοιχα,
γ) έλεγχο στον τρόπο διάθεσης και παράδοσης προϊόντων ή εμπορευμάτων ή της παροχής υπηρεσιών, ως προς την αναγραφή των προβλεπόμενων από τις κείμενες διατάξεις στοιχείων επί των παραστατικών και των εγγυήσεων και την ποσοτική ή ποιοτική παράδοση ή παραλαβή,
δ) έλεγχο ύπαρξης άδειας της αρμόδιας αρχής για κάθε δραστηριότητα,
ε) έρευνα για πωλήσεις κάτω του κόστους,
στ) έρευνα καταγγελιών και αναφορών,
ζ) κατάσχεση μη εγκεκριμένων ή ελαττωματικών μετρικών οργάνων,
η) κατάσχεση και καταστροφή εμπορευμάτων που διατίθενται με παράνομο τρόπο ή είναι λαθραίας εισαγωγής,
θ) επιβολή χρηματικών προστίμων κατά τον Αγορανομικό Κώδικα και την κείμενη νομοθεσία αναφορικά με την εμπορική δραστηριότητα,
ι) παραπομπή στην εισαγγελική αρχή για άσκηση ποινικών διώξεων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,
ια) τήρηση Μητρώου Ελεγκτών, Κοστολόγων και Τιμοληπτών που θα στελεχώνουν τα αντίστοιχα κλιμάκια της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς,
ιβ) έρευνα των εγγράφων και παραστατικών εισαγωγής, διακίνησης προϊόντων και εμπορευμάτων των εκδιδόμενων στοιχείων σε κάθε μορφή συναλλαγής και των εκδιδόμενων στοιχείων κατά την παροχή υπηρεσιών,
ιγ) έρευνα ως προς τις επικρατούσες συνθήκες στην αγορά, τις διαγραφόμενες τάσεις των τιμών, τα δίκτυα διανομής, τα μερίδια αγοράς και τη μελέτη και ανάλυση οικονομικών στοιχείων και αριθμοδεικτών,
ιδ) κοστολογική έρευνα σε επιχειρήσεις ή κατά επιχειρηματικούς κλάδους σε περιπτώσεις αδικαιολόγητων αυξήσεων προϊόντων και εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, από μια επιχείρηση ή από το σύνολο των δραστηριοποιούμενων ομοειδών στον κλάδο επιχειρήσεων και
ιε) διενέργεια τιμοληψιών για την καταγραφή των τιμών στο Παρατηρητήριο Τιμών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.
2. Οι αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς εκτείνονται σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και ασκούνται παράλληλα και ανεξάρτητα από άλλες υπηρεσίες.
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Ανάπτυξης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να ανακαθορίζεται η κατά τόπον και η καθ’ ύλην αρμοδιότητα των υπηρεσιών της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς.
4. Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται κατόπιν πρότασης του Υπουργού Ανάπτυξης και του Υπουργού Εσωτερικών είναι δυνατόν να δημιουργούνται οργανικές περιφερειακές υπηρεσιακές μονάδες, σε επίπεδο διεύθυνσης, οι οποίες υπάγονται, διοικητικά και επιχειρησιακά, απευθείας στην Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς.

Άρθρο 4
Ελεγκτικά Καθήκοντα

Οι ελεγκτές της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους:
α) Έχουν πρόσβαση και λαμβάνουν οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή σχετίζεται με την άσκηση του έργου τους, ύστερα από σχετική υπηρεσιακή εντολή, χωρίς να υπόκεινται στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και επιχειρηματικού απορρήτου, υποχρεούμενοι όμως στην τήρηση των διατάξεων περί εχεμύθειας του άρθρου 26 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν.3528/2007, ΦΕΚ 26 Α). Σε κάθε περίπτωση όμως δεν επιτρέπεται να αφαιρούν ή να κατάσχουν τα βιβλία και στοιχεία που προβλέπονται από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ.186/1992, όπως ισχύει) αλλά να λαμβάνουν αντίγραφα των στοιχείων αυτών.
β) Έχουν τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 47 του ν.2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α).
γ) Απευθύνουν έγγραφα σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα στα οποία αναφέρονται οι διατάξεις με τις οποίες θεμελιώνεται υποχρέωση υποβολής των ζητούμενων στοιχείων, τα ζητούμενα στοιχεία, αναλυτικά τα στοιχεία που πρέπει να υποβληθούν, οι κυρώσεις που προβλέπονται στις περιπτώσεις άρνησης προσκόμισης και γνωστοποίησης των στοιχείων και το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο είναι υποχρεωμένα να υποβάλουν τα στοιχεία. Το χρονικό διάστημα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερο των πέντε και μεγαλύτερο των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών, από την κοινοποίηση του εγγράφου.
δ) Ελέγχουν την τήρηση της αγορανομικής νομοθεσίας κατά τη μεταφορά προϊόντων και εμπορευμάτων με μέσα μεταφοράς δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσης.

Άρθρο 5
Κυρώσεις

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, του Αγορανομικού Κώδικα και άλλων ειδικών διατάξεων, σε περίπτωση άρνησης προσκόμισης και γνωστοποίησης των στοιχείων που ζητούνται ή παρεμπόδισης κατά την άσκηση των καθηκόντων του άρθρου 4, με οποιονδήποτε τρόπο, των εντεταλμένων για τον έλεγχο υπαλλήλων, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο που ορίζεται από πέντε χιλιάδες (5.000) ως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης. Σε περίπτωση υποτροπής το πρόστιμο μπορεί να ορίζεται έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, έπειτα από εισήγηση των ελεγκτών της οικείας υπόθεσης.
2. Το πρόστιμο της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και κάθε άλλο πρόστιμο που επιβάλλεται από την Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς κατά τις κείμενες διατάξεις, βεβαιώνονται και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 55 του π.δ.16/1989 (ΦΕΚ 6 Α).
3. Η απόφαση επιβολής προστίμου της παραγράφου 1 υπόκειται σε ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Ανάπτυξης, εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.
4. Ο Υπουργός Ανάπτυξης αποφαίνεται επί της προσφυγής με πράξη του, η οποία εκδίδεται εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την υποβολή της προσφυγής.
5. Η παραπάνω πράξη του Υπουργού Ανάπτυξης υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999, ΦΕΚ 97 Α).
6. Για το παραδεκτό της προσφυγής, κατά την προηγούμενη παράγραφο, καταβάλλεται στην αρμόδια ΔΟΥ ποσό ίσο με το είκοσι τοις εκατό (20%) του εκάστοτε επιβαλλόμενου προστίμου.

Άρθρο 6
Κανόνες λειτουργίας – Υποχρέωση Συνεργασίας

1. Η Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο και όλες τις ημέρες της εβδομάδας, με κατάλληλη εναλλαγή του προσωπικού, το οποίο υποχρεούται σε τακτική ή και υπερωριακή εργασία και κατά τις ημέρες αργιών και τις νυκτερινές ώρες, ανάλογα με τις υφιστάμενες ανάγκες. Το προσωπικό της τελεί σε διαρκή ετοιμότητα για την ταχεία επέμβασή του, όταν παρίσταται ανάγκη, και θεωρείται ότι βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία σε κάθε τόπο και χρόνο, κάθε φορά που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή του, πάντοτε, όμως, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας του και τις εντολές των προϊσταμένων του.
2. Η Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς συνεργάζεται, ανταλλάσσει πληροφορίες και διενεργεί ελέγχους και έρευνες, κατά περίπτωση, με την Επιτροπή Ανταγωνισμού, τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, τον Ενιαίο Φορέα Ελέγχου Τροφίμων, την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, την Ελληνική Αστυνομία, τις υπηρεσίες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού και με άλλες αρχές, υπηρεσίες και φορείς του εσωτερικού και του εξωτερικού και συμμετέχει σε θεσμοθετημένα διυπηρεσιακά όργανα.
3. Οι αστυνομικές, λιμενικές και λοιπές δημόσιες αρχές και υπηρεσίες, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού υποχρεούνται να συνδράμουν το έργο της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, αν τους ζητηθεί, παρέχοντας στοιχεία ή πληροφορίες. Η μη χορήγηση από πρόθεση ή αμέλεια των ζητούμενων στοιχείων ή πληροφοριών, η απόκρυψή τους, καθώς και η χορήγηση ανακριβών στοιχείων εν γνώσει του χορηγούντος, και γενικά η παρακώλυση του έργου της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, πέρα από τις προβλεπόμενες ποινικές ευθύνες, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο επιβάλλεται πειθαρχική ποινή κατά τις σχετικές διατάξεις που διέπουν τις προαναφερόμενες Υπηρεσίες.
4. Οι διατάξεις των άρθρων 45α και 64 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ.136/1946, ΦΕΚ 298 Α΄), της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν.2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α΄) και της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν.820/1978 (ΦΕΚ 174 Α), περί ανακριτικών καθηκόντων, δικαιωμάτων έρευνας και πρόσβασης σε πληροφορίες και στοιχεία, εφαρμόζονται αναλόγως και για τα ελεγκτικά όργανα της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς.
5. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης εγκρίνεται ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, ο οποίος ρυθμίζει ιδίως τις λεπτομέρειες της διαδικασίας ελέγχων, ερευνών και τιμοληψιών εκ μέρους της Υπηρεσίας, όπως είναι η οργάνωση των σχετικών κλιμακίων, ο προγραμματισμός των ενεργειών με τη χορήγηση των απαραίτητων εντολών, η υλοποίηση και η αποτύπωση σε εκθέσεις των ενεργειών, η σύνταξη υποδειγμάτων των σχετικών εντολών, εκθέσεων και λοιπών ενεργειών.

Άρθρο 7
Διάρθρωση

1. Η Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς διορθώνεται ως εξής:
α) Γραφείο Ειδικού Γραμματέα,
β) Διεύθυνση Ελέγχων,
γ) Διεύθυνση Κοστολόγησης και Έρευνας Αγοράς και
δ) Διεύθυνση Παρατηρητηρίου Τιμών και Τιμοληψιών.
2. Οι Διευθύνσεις της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς διαρθρώνονται σε Τμήματα, σύμφωνα με τα άρθρα 9 έως 11.

Άρθρο 8
Γραφείο Ειδικού Γραμματέα

Το Γραφείο του Ειδικού Γραμματέα επικουρεί αυτόν στο έργο του και ιδίως στη συγκέντρωση των αναγκαίων στοιχείων για ενημέρωσή του κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του, στην επιμέλεια για την αλληλογραφία του και γενικότερα στην οργάνωση της επικοινωνίας του με το κοινό.

Άρθρο 9
Διεύθυνση Ελέγχων

1. Η Διεύθυνση Ελέγχων αποτελείται, ανάλογα με τον τομέα ευθύνης τους, από τα εξής τμήματα:
α) Τμήμα Ελέγχου Τιμών Τροφίμων και Ποτών,
β) Τμήμα Ελέγχου Τιμών Βιομηχανικών Προϊόντων και Φαρμάκων,
γ) Τμήμα Ελέγχου Τιμών Παροχής Υπηρεσιών και
δ) Τμήμα Συντονισμού Ειδικών Κλιμακίων Ελέγχου.
2. Η Διεύθυνση Ελέγχων είναι αρμόδια για τα θέματα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3. Ειδικά για τα θέματα της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3, η Διεύθυνση Ελέγχων συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Μετρολογίας της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Επίσης τηρεί Μητρώο Ελεγκτών κατά την περίπτωση ια΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 και συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Κοστολόγησης και Έρευνας Αγοράς στα πλαίσια της περίπτωσης ιβ΄ της ίδιας παραγράφου 1 του άρθρου 3.
3. Κάθε Τμήμα της Διεύθυνσης είναι αρμόδιο για τα θέματα της παραγράφου 2 στον τομέα ευθύνης του. Το Τμήμα Συντονισμού Ειδικών Κλιμακίων Ελέγχου περιλαμβάνει και τη Γραμματεία Κλιμακίων Ελέγχου Λαϊκών Αγορών και Υπαίθριου Εμπορίου που λειτουργεί στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου κατά τις αποφάσεις Α2-1151/25.5.2004 (ΦΕΚ 873 Β΄) και Α2-2485/27.10.2004 (ΦΕΚ 1643 Β΄) του Υφυπουργού Ανάπτυξης.

Άρθρο 10
Διεύθυνση Κοστολόγησης και Έρευνας Αγοράς

1. Η Διεύθυνση Κοστολόγησης και Έρευνας Αγοράς αποτελείται, ανάλογα με τον τομέα ευθύνης τους, από τα εξής τμήματα:
α) Τμήμα Κοστολόγησης και Κλαδικής Έρευνας Τροφίμων και Ποτών,
β) Τμήμα Κοστολόγησης και Κλαδικής Έρευνας Βιομηχανικών Προϊόντων και Φαρμάκων,
γ) Τμήμα Κοστολόγησης και Κλαδικής Έρευνας Παροχής Υπηρεσιών και
δ) Τμήμα Παρακολούθησης Οικονομικών Μεγεθών.
2. Η Διεύθυνση Κοστολόγησης και Έρευνας Αγοράς είναι αρμόδια για τα θέματα που αναφέρονται στις περιπτώσεις ιβ΄ έως ιδ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3. Επίσης τηρεί Μητρώο Ερευνητών και Κοστολόγων κατά την περίπτωση ια΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 και συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Ελέγχων στα πλαίσια της περίπτωσης ιβ΄ της ίδιας παραγράφου 1 του άρθρου 3.
3. Κάθε Τμήμα της Διεύθυνσης είναι αρμόδιο για τα θέματα της παραγράφου 2 στον τομέα ευθύνης του. Το Τμήμα Παρακολούθησης Οικονομικών Μεγεθών είναι αρμόδιο να κωδικοποιεί τα στοιχεία των υπόλοιπων Τμημάτων της Διεύθυνσης και παράλληλα να τηρεί στοιχεία που αναφέρονται σε ευρύτερα οικονομικά μεγέθη τα οποία αφορούν είτε συνολικά την αγορά είτε επί μέρους τομείς της.

Άρθρο 11
Διεύθυνση Παρατηρητηρίου Τιμών και Τιμοληψιών

1. Η Διεύθυνση Παρατηρητηρίου Τιμών και Τιμοληψιών αποτελείται, ανάλογα με τον τομέα ευθύνης τους, από τα εξής τμήματα:
α) Τμήμα Παρατηρητηρίου Τιμών,
β) Τμήμα Τιμοληψιών Τροφίμων και Ποτών,
γ) Τμήμα Τιμοληψιών Βιομηχανικών Προϊόντων και Φαρμάκων και
δ) Τμήμα Τιμοληψιών Παροχής Υπηρεσιών.
2. Η Διεύθυνση Παρατηρητηρίου Τιμών και Τιμοληψιών είναι αρμόδια για τα θέματα της περίπτωσης ιε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3. Επίσης τηρεί Μητρώο Τιμοληπτών κατά την περίπτωση ια΄ της ίδιας παραγράφου 1 του άρθρου 3.
3. Κάθε Τμήμα της Διεύθυνσης είναι αρμόδιο για τα θέματα της παραγράφου 2 στον τομέα ευθύνης του. Ειδικά το Τμήμα Παρατηρητηρίου Τιμών είναι αρμόδιο για την τήρηση, σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή του Παρατηρητηρίου Τιμών, όπου καταγράφονται και παρουσιάζονται τα αποτελέσματα των τιμοληψιών που διενεργούν τα υπόλοιπα Τμήματα της Διεύθυνσης.

Άρθρο 12
Προϊστάμενοι Μονάδων

1. Στις Διευθύνσεις της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς προΐστανται υπάλληλοι των κλάδων ΠΕ Νομικών ή ΠΕ Οικονομολόγων ή ΠΕ Διοικητικών-Εμπορικών.
2. Η επιλογή των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς γίνεται μεταξύ των υπαλλήλων οι οποίοι έχουν το βαθμό, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, που προβλέπει ο Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν.3528/2007).
3. Σε θέσεις προϊσταμένων των οργανικών μονάδων της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς μπορούν να τοποθετούνται, κατά τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου, και υπάλληλοι που έχουν αποσπαστεί στην Υπηρεσία αυτή.

Άρθρο 13
Οργανικές Θέσεις

Για τις ανάγκες σε προσωπικό της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς συνιστώνται στο Υπουργείο Ανάπτυξης διακόσιες είκοσι πέντε (225) νέες οργανικές θέσεις, οι οποίες κατανέμονται κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα ως ακολούθως:

ΚΛΑΔΟΙ ΚΑΙ
ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΘΕΣΕΩΝ
ΚΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΣΥΝΟΛΟ
ΘΕΣΕΩΝ
ΠΕ TE ΔΕ ΥΕ
1. Διοικητικών-Εμπορικών 55 30     85
2. Νομικών 20       20
3. Οικονομολόγων 45 30     75
4. Πληροφορικής  6  2  2   10
5. Προσωπικού Η/Υ: Ειδικότητας Χειριστών Μέσων Εισαγωγής Στοιχείων     10   10
6. Οδηγών     10   10
7. Διοικητικών Γραμματέων     10   10
8. Επιμελητών       5  5
ΣΥΝΟΛΟ 126 62 32 5 225

Άρθρο 14
Στελέχωση

1. Η Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς στελεχώνεται:
α) Με απόσπαση, μετακίνηση και μετάταξη υπαλλήλων όλων των κλάδων, εκ των υπηρετούντων στο Υπουργείο Ανάπτυξης.
β) Με απόσπαση, μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού και νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ορίζεται. Η μεταφορά του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου γίνεται σε συνιστώμενες με τη σχετική πράξη θέσεις ιδιωτικού δικαίου, αντίστοιχης ειδίκευσης με ταυτόχρονη δέσμευση μόνιμων θέσεων. Ο χρόνος υπηρεσίας των κατά τα ανωτέρω μεταφερόμενων υπαλλήλων στους φορείς από τους οποίους προέρχονται θεωρείται ως διανυθείς στην υπηρεσία που τοποθετούνται για τη μισθολογική και βαθμολογική τους εξέλιξη.
γ) Με διορισμό, μετά από επιτυχία σε γραπτό διαγωνισμό που διενεργείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, υπαλλήλων, διαφόρων κατηγοριών και κλάδων, με εμπειρία και εξειδίκευση σε ελεγκτικά αντικείμενα αρμοδιότητας της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς. Με την απόφαση προκήρυξης των θέσεων ορίζονται αναλυτικά τα κριτήρια με βάση τα οποία θα αποδεικνύονται η ελεγκτική εμπειρία και εξειδίκευση. Ως εμπειρία θεωρείται κατά τη διαδικασία πρόσληψης και σχετική κατάρτιση εκπαίδευση-επιμόρφωση που έχει αποκτηθεί στα πλαίσια προγράμματος πρακτικής άσκησης του ΟΑΕΔ.
2. Η απόσπαση στις περιπτώσεις α΄ και β΄ είναι τριετής. Μετά το πέρας της τριετίας η απόσπαση των υπαλλήλων λήγει αυτοδικαίως και δεν επιτρέπεται νέα απόσπαση πριν από την πάροδο διετίας. Εξαιρούνται του ανωτέρω χρονικού περιορισμού οι Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων για όσο διάστημα διατηρούν την ιδιότητα αυτή. Ποσοστό έως σαράντα τοις εκατό (40%) από το λοιπό προσωπικό δύναται να υπηρετεί και δεύτερη τριετία, κατόπιν αιτήσεώς του, αμέσως μετά τη λήξη της πρώτης, μετά από γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του άρθρου 17 του παρόντος νόμου και απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης.
3. Τα κριτήρια επιλογής των αποσπάσεων, μετακινήσεων και μετατάξεων υπαλλήλων προς την Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς είναι ιδίως η πενταετής τουλάχιστον εμπειρία σε αντικείμενα συναφή με το αντικείμενο της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, το ήθος και η προσήλωση στο υπηρεσιακό καθήκον, η επαγγελματική επάρκεια και η υπηρεσιακή κατάρτιση στα αντικείμενα αρμοδιότητας της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, η ικανότητα συνεργασίας και η επίδειξη ομαδικού πνεύματος, η δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλιών και ο επαγγελματικός ζήλος. Τα προσόντα του προηγούμενου εδαφίου πρέπει να προκύπτουν από τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου και του πειθαρχικού φακέλου των υπαλλήλων.
4. Οι μετατάξεις προσωπικού στην Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς διενεργούνται, έπειτα από πρόσκληση του Υπουργού Ανάπτυξης που δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, στην οποία ορίζονται ο αριθμός κατά κατηγορία, κλάδο ή ειδικότητα, τα κριτήρια και η διαδικασία επιλογής. Οι μετατάξεις ολοκληρώνονται με την έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης και του οικείου Υπουργού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη νόμου.
5. Η διαδικασία επιλογής, τοποθέτησης και μετάθεσης των υπαλλήλων της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις που διέπουν τους αντίστοιχους κλάδους και τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
6. Κατά την πρώτη εφαρμογή της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1, η πλήρωση των θέσεων γίνεται με επιλογή από τον φορέα με την ακόλουθη διαδικασία: α) Από τον Υπουργό Ανάπτυξης εκδίδεται προκήρυξη, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος ΑΣΕΠ) και σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και μία της Θεσσαλονίκης, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των κειμένων διατάξεων. Η σχετική προκήρυξη αποστέλλεται, πριν από τη δημοσίευσή της, στο ΑΣΕΠ, το οποίο οφείλει να την ελέγξει από άποψη νομιμότητας, εντός τριάντα εργάσιμων ημερών από την περιέλευσή της σε αυτό. Αν παρέλθει άπρακτη η ανωτέρω προθεσμία, συνεχίζεται η διαδικασία χωρίς τη γνώμη του ΑΣΕΠ.
β) Για τη διεξαγωγή της διαδικασίας της επιλογής, συνιστάται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης επταμελής Επιτροπή Αξιολόγησης, αποτελούμενη από έναν σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τον Γενικό Διευθυντή Διοικητικής Υποστήριξης της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, τον Γενικό Διευθυντή Εσωτερικού Εμπορίου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, δύο μέλη του ΑΣΕΠ, προτεινόμενα από τον πρόεδρο του ΑΣΕΠ, και δύο Προϊσταμένους Διευθύνσεων της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικού Εμπορίου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, ως μέλη, με τους αναπληρωτές τους. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ένα από τα συμμετέχοντα μέλη του ΑΣΕΠ ως πρόεδρος, καθώς και ο γραμματέας της Επιτροπής και μέχρι τρεις υπάλληλοι για τη γραμματειακή υποστήριξή της.
γ) Η Επιτροπή Αξιολόγησης, μετά τη συγκέντρωση των αιτήσεων, κατατάσσει σε πίνακα τους υποψηφίους κατά σειρά αξιολόγησης με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα. Ακολούθως, από τον πίνακα αυτόν καλεί σε προφορική συνέντευξη τριπλάσιο αριθμό υποψηφίων των θέσεων που πρόκειται να καλυφθούν, κατά σειρά αξιολόγησης, εφόσον ο αριθμός των υποψηφίων υπερβαίνει το τριπλάσιο του αριθμού των θέσεων αυτών. Η συνέντευξη βαθμολογείται με συντελεστή που κυμαίνεται από 0,80 έως 1,20 επί της βαθμολογίας που έχει λάβει ο υποψήφιος με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά του προσόντα. Για κάθε συνέντευξη συντάσσεται πρακτικό από την Επιτροπή Αξιολόγησης στο οποίο περιγράφεται η κρίση της Επιτροπής και η αιτιολογία αυτής. Στη συνέχεια, με βάση την αξιολογική κατάταξη των υποψηφίων στον πρώτο πίνακα και τη βαθμολογία της προφορικής συνέντευξης, καταρτίζεται προσωρινός πίνακας υποψηφίων. Ο προσωρινός πίνακας αναρτάται στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και στις Διευθύνσεις Εμπορίου των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και συγχρόνως αποστέλλεται στο ΑΣΕΠ. Για τη διαπίστωση της γνώσης ξένης γλώσσας και γνώσης χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις.
δ) Οι υποψήφιοι έχουν δικαίωμα υποβολής ενστάσεως κατά του προσωρινού πίνακα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2190/1994 (ΦΕΚ 28/Α΄), όπως ισχύει, εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την ημερομηνία της τελευταίας των ως άνω αναρτήσεων. Το ΑΣΕΠ, μετά την εξέταση των υποβληθεισών ενστάσεων, των προβλεπόμενων με την υπ΄ αριθμ. 42948/2003 (ΦΕΚ 1854/Β΄) απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης αντιρρήσεων και τον αυτεπάγγελτο έλεγχο, αποφαίνεται οριστικά και σύμφωνα με την απόφαση αυτή καταρτίζεται από τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου ο οριστικός πίνακας κατάταξης και ο πίνακας διοριστέων, ο οποίος αποστέλλεται προς δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ε) Ο οριστικός πίνακας κατάταξης των υποψηφίων ισχύει για μία διετία από την κύρωσή του από το ΑΣΕΠ και καλύπτονται από αυτόν με βάση τη σειρά κατάταξης, οι θέσεις που κενούνται κατά τη διάρκεια της διετίας.
στ) Ο διορισμός των υποψηφίων γίνεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
7. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίζεται αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν.3205/2003, για τα μέλη της συγκροτούμενης Επιτροπής για την πρόσληψη προσωπικού και της γραμματείας της.

Άρθρο 15
Αμοιβές – Αποζημιώσεις

1. Στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς καταβάλλονται οι αποδοχές και τα κάθε είδους επιδόματα που καταβάλλονται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης.
2. Στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς καταβάλλονται αποζημίωση και οδοιπορικά έξοδα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α), όπως εκάστοτε ισχύει. Κατά τους διενεργούμενους ελέγχους, μπορούν οι υπάλληλοι να μετακινούνται και με ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα έναντι κάλυψης των οδοιπορικών εξόδων, το ύψος των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2685/1999 (ΦΕΚ 35/Α΄), όπως εκάστοτε ισχύει.
3. Οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 6 του ν.3491/2006 (ΦΕΚ 207 Α) έχουν εφαρμογή και για τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς.
4. Οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, των οποίων η κινητή ή ακίνητη περιουσία ζημιώνεται ή καταστρέφεται εν όλω ή εν μέρει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή εξαιτίας της θέσης ή της ιδιότητάς τους από τρομοκρατικές ή μεμονωμένες επιθέσεις, δικαιούνται αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο, που καταβάλλεται σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 3 του άρθρου 18 του ν.2093/1992 (ΦΕΚ 181 Α΄).

Άρθρο 16
Εκπαίδευση – Επιμόρφωση

Το προσωπικό της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς είναι δυνατόν να αποστέλλεται για εκπαίδευση σε σχολές, μονάδες ή κέντρα εκπαίδευσης του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, του εσωτερικού ή εξωτερικού, ανάλογα με τις ειδικότερες ανάγκες της αποστολής του και της άσκησης των καθηκόντων του.

Άρθρο 17
Διοικητική Υποστήριξη – Υπηρεσιακό Συμβούλιο

1. Η Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς υποστηρίζεται στο έργο της από τις ακόλουθες υπηρεσίες:
α) τη Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου,
β) το Γραφείο Νομικού Συμβούλου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και
γ) την Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Υπουργείο Ανάπτυξης.
2. Οι δαπάνες του Υπουργείου Ανάπτυξης που αφορούν την Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς ελέγχονται, εκκαθαρίζονται και εντέλλονται από την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.
3. Το προσωπικό της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς υπάγεται στο υπηρεσιακό και πειθαρχικό συμβούλιο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.

Άρθρο 18

Ο Ειδικός Γραμματέας και το προσωπικό της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς δεν διώκονται και δεν ενάγονται για γνώμη που διατύπωσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός αν ενήργησαν εκ δόλου ή παραβίασαν το απόρρητο των πληροφοριών και στοιχείων, που περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του στοιχείου α΄ του άρθρου 4 του νόμου αυτού ή παρέβησαν το καθήκον εχεμύθειας του άρθρου 26 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν.3528/2007).

Άρθρο 19

Για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων διενεργείται δειγματοληπτικός επανέλεγχος των υποθέσεων. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ορίζονται τα κριτήρια επιλογής των υποθέσεων, η διαδικασία και ο χρόνος επανελέγχου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής του επανελέγχου.

Άρθρο 20

Σε περίπτωση μη επάρκειας του προσωπικού του άρθρου 13 του νόμου αυτού, λόγω ασθενείας, άδειας ή απουσίας αυτού ή σε περίπτωση αυξημένων και επειγουσών αναγκών, επιτρέπεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης η Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς να συνεργάζεται, κατόπιν σύναψης σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, με εξειδικευμένους ιδιώτες, οι οποίοι την υποβοηθούν στην πληρέστερη εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της, χωρίς να εκχωρείται σε αυτούς κάποια εκ των αρμοδιοτήτων της Ειδικής Υπηρεσίας.

Άρθρο 21
Δικονομικές Ρυθμίσεις

1. Η προανάκριση ή η ανάκριση για τις υποθέσεις της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς περατώνεται μέσα στο χρονικό διάστημα που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 243 και 248 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Δεν αποτελεί λόγο αναβολής της δίκης η άσκηση, σχετικής με την υπόθεση, προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου.
2. Αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο για την εκδίκαση των ανωτέρω υποθέσεων είναι το οριζόμενο στα άρθρα 122 έως και 124 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή εκείνο στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα της η επιχείρηση.

Άρθρο 22
Μεταβατικές Διατάξεις

1. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης γίνεται η διαπίστωση του χρόνου έναρξης λειτουργίας της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς και του χρόνου παύσης λειτουργίας των ενοποιούμενων οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς οι αρμοδιότητες αυτής ασκούνται από τις υφιστάμενες αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης.
2. Με την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς:
α) Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρονται «Κλιμάκια Ελέγχου Λαϊκών Αγορών – Υπαίθριου Εμπορίου» του Υπουργείου Ανάπτυξης στο εξής νοούνται τα Κλιμάκια Ελέγχου της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς. Τα Κλιμάκια Ελέγχου Λαϊκών Αγορών – Υπαίθριου Εμπορίου που έχουν συσταθεί στις Γενικές Γραμματείες Περιφερειών διατηρούνται σε ισχύ.
β) Οι εκκρεμείς υποθέσεις σε οποιοδήποτε στάδιο, τα κατασχεμένα ή δεσμευμένα βιβλία, στοιχεία, μέσα μεταφοράς δεδομένων, καθώς και πάγια στοιχεία, ο εξοπλισμός, τα υλικά και κάθε άλλου είδους δικαίωμα ή υποχρέωση των υπηρεσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 και των Κλιμακίων Ελέγχου Λαϊκών Αγορών – Υπαίθριου Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης περιέρχονται στις αντίστοιχες υπηρεσίες της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς.
γ) Οι αρμοδιότητες του Γενικού Γραμματέα Εμπορίου, για τη διαδικασία επιβολής των διοικητικών κυρώσεων: i) της παραγράφου 8 του άρθρου 6 του ν.3475/1955 (ΦΕΚ 353 Α), όπως προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 14 του ν.3557/2007 (ΦΕΚ 100 Α) και ρυθμίζεται από την απόφαση Α2-4967/2007 (ΦΕΚ 2400 Β΄) του Υφυπουργού Ανάπτυξης, και ii) της παραγράφου 5 του άρθρου 29 του ν.3377/2005 (ΦΕΚ 202 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν.3557/2007 και ρυθμίζεται από την απόφαση Α2-3334/2008 (ΦΕΚ 954 Β΄), περιέρχονται στον Ειδικό Γραμματέα της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς. Όπου στις διατάξεις αυτές αναφέρεται ο Γενικός Γραμματέας Εμπορίου νοείται ο Ειδικός Γραμματέας της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς.
δ) Όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Εμπορίου για άσκηση διοικητικού ελέγχου επί αποφάσεων επιβολής προστίμου, και ιδίως άσκηση ειδικού ελέγχου νομιμότητας ή ενδικοφανούς ελέγχου, η αρμοδιότητα αυτή ασκείται από τον Ειδικό Γραμματέα της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς.

Άρθρο 23

1. α. Μισθώσεις ακινήτων που υπάγονται στο π.δ.34/1995 (ΦΕΚ 30 Α), όπως ισχύει, και βρίσκονται στην Κεντρική Δημοτική Αγορά του Δήμου Αθηναίων και έληξαν ή λήγουν οποτεδήποτε, μπορούν να παραταθούν για διάστημα μέχρι έξι ετών από τη λήξη τους, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, και με απευθείας σύναψη σύμβασης παράτασης της μίσθωσης με τον εγκατεστημένο στο μίσθιο μισθωτή. Το μηνιαίο μίσθωμα στις παραπάνω παρατάσεις δεν μπορεί να συμφωνηθεί κατώτερο από το προσαυξημένο κατά δέκα τοις εκατό (10%) καταβαλλόμενο κατά τον τελευταίο χρόνο μίσθωμα, αναπροσαρμοζόμενο μετά την πρώτη διετία και για κάθε επόμενο χρόνο κατά το ποσοστό του πληθωρισμού συν ένα τοις εκατό (1%).
β. Οι μισθώσεις των χειμερινών και θερινών κινηματογράφων και θεάτρων, διατηρητέων και μη, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.3526/2007 (ΦΕΚ 24 Α΄) λήγουν την 31η Δεκεμβρίου 2008, παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011. Επίσης, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011 παρατείνονται αυτοδικαίως και όσες μισθώσεις κινηματογράφων και θεάτρων λήγουν ή ενδέχεται να λήξουν, για οποιονδήποτε λόγο, μετά την 31η Δεκεμβρίου 2008.
2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του π.δ.297/1985 «Σύσταση Ανώνυμης Εταιρείας κεφαλαίου δραχμών 300.000.000 με την επωνυμία «ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΧΕΛΩΟΥ ΑΕ»» (ΦΕΚ 110 Α) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Μεταβίβαση των μετοχών μπορεί να γίνεται στο Δημόσιο, σε νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα και σε φυσικά πρόσωπα. Προκειμένου να γίνει μεταβίβαση των μετοχών που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, προηγείται σχετική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης.»

Άρθρο 24

1. Οι εργαζόμενοι στις εταιρείες: α) Συνεταιριστική Εταιρεία Βιομηχανικής Ανάπτυξης Θράκης Α.Β.Ε. (ΣΕΒΑΘ Α.Β.Ε.) και β) Συνεταιριστική Εταιρεία Παραγωγής και Εμπορίας Κρέατος Α.Ε. (ΣΕΠΕΚ Α.Ε.), των οποίων η σύμβαση εργασίας θα λυθεί ή θα καταγγελθεί κατά τη διάρκεια της θέσης τους σε εκκαθάριση και οι οποίοι μέχρι την 31.12.2012 συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις πλήρους ή μειωμένης συνταξιοδότησης, λαμβανομένων υπόψη και των όσων ορίζονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, μπορούν να ενταχθούν, κατόπιν αιτήσεώς τους, σε ειδικό πρόγραμμα, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο προγραμματικής σύμβασης που θα συναφθεί μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Νομού Ξάνθης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 225 του ν.3463/2006 (ΦΕΚ 114 Α) εντός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος.
2. Η διάρκεια του ειδικού προγράμματος δε θα υπερβαίνει τους πενήντα τρεις (53) μήνες. Το μηνιαίο επίδομα που θα λαμβάνουν οι συμμετέχοντες στο ειδικό αυτό πρόγραμμα που προβλέπει η παράγραφος 1 του παρόντος, θα είναι ίσο με το ογδόντα τοις εκατό (80%) του μηνιαίου μισθού ή του εικοσιπενταπλάσιου του ημερομισθίου που καταβλήθηκε κατά το μήνα που προηγείται της λύσης ή της καταγγελίας της σύμβασης και δεν θα υπερβαίνει το ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ. Το μηνιαίο αυτό επίδομα θα αναπροσαρμόζεται κατ΄ έτος κατά το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή της Ε.Σ.Υ.Ε., αρχής γενομένης από 1.1.2009.
3. Κατά το διάστημα συμμετοχής στο ειδικό πρόγραμμα συνεχίζεται η ασφάλιση των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα στους οικείους ασφαλιστικούς φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για όλους τους κλάδους, στους οποίους ασφαλίζονταν ως μισθωτοί. Ο παραπάνω χρόνος ασφάλισης λαμβάνεται υπόψη για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για συνταξιοδότηση με πλήρη ή μειωμένη σύνταξη, καθώς και των απαιτούμενων από την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του ν.825/1978 (ΦΕΚ 189 Α/13.11.1978), όπως ισχύει κάθε φορά, χρονικών προϋποθέσεων. Οι εισφορές για κύρια ασφάλιση υπολογίζονται επί της ανώτερης ασφαλιστικής κλάσης του τελευταίου τριμήνου πριν από την καταγγελία ή λύση της σύμβασης, στην οποία κατατάσσονται οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα, βάσει των πράγματι καταβληθεισών αποδοχών τους. Επί της βάσης αυτής, όπως κάθε φορά ισχύει, θα εξακολουθήσει η καταβολή των εισφορών καθ’ όλη τη διάρκεια του ειδικού προγράμματος. Οι εισφορές για επικουρική ασφάλιση υπολογίζονται επί των αυτών ποσών της κύριας ασφάλισης. Όσοι μισθωτοί ήταν ασφαλισμένοι για τουλάχιστον έξι μήνες κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες της εργασίας τους στον κλάδο των βαρέων και ανθυγιεινών ή των οικοδομικών του Ι.Κ.Α., λόγω της ειδικότητάς τους ή της φύσης της εργασίας τους, θα συνεχίσουν να ασφαλίζονται στον κλάδο αυτόν καθ’ όλη τη διάρκεια του ειδικού προγράμματος.
4. Για την εφαρμογή και μόνο του άρθρου αυτού και προκειμένου να συμπληρωθούν οι κατ’ ελάχιστον απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του προγράμματος, συνυπολογίζεται ο χρόνος στρατιωτικής θητείας, κατ΄ εξαίρεση του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν.1358/1983 (ΦΕΚ 64 Α/24.5.1983) όπως ισχύει, ο οποίος αναγνωρίζεται και εξαγοράζεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, καθώς και το σύνολο των ημερών εργασίας σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης, με εξαίρεση την περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος με βάση τις διατάξεις περί τριακονταπενταετίας στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν.825/1978, όπως κάθε φορά ισχύουν. Οι αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του ν.1358/1983 είναι οι αποδοχές που ελάμβαναν οι πρώην εργαζόμενοι, κατά τον τελευταίο μήνα απασχόλησής τους, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αναφέρονται στο ανώτατο και κατώτατο όριο αυτών.
5. Οι όροι και οι προϋποθέσεις που αφορούν στο ειδικό πρόγραμμα και δεν ρυθμίζονται ήδη από τις διατάξεις της παρούσας, θα καθορίζονται στην προγραμματική σύμβαση που θα καταρτισθεί για το πρόγραμμα αυτό.
6. Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή του ειδικού προγράμματος καλύπτονται εξ ολοκλήρου (κατά 100%) από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, σύμφωνα με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

Άρθρο 25
Μεταφορά υπόλοιπου προσωπικού των εταιρειών:
α) Συνεταιριστική Εταιρεία Βιομηχανικής Ανάπτυξης
Θράκης Α. Β. Ε. ( ΣΕΒΑΘ Α. Β. Ε.) και
β) Συνεταιριστική Εταιρεία Παραγωγής
και Εμπορίας Κρέατος Α. Ε. ( ΣΕΠΕΚ Α. Ε.)

1. Το λοιπό, μη συμμετέχον στο ειδικό πρόγραμμα του προηγούμενου άρθρου, τακτικό προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος στις εταιρείες: α) ΣΕΒΑΘ Α.Β.Ε. και β) ΣΕΠΕΚ Α.Ε., δύναται να μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας αποκλειστικά στις Υπηρεσίες της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, κατόπιν αιτήσεώς του.
2. Οι αιτήσεις υποβάλλονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος στη Διεύθυνση Διοικητικού της ως άνω Περιφέρειας, η οποία καταρτίζει και υποβάλλει συγκεντρωτικό κατάλογο των μεταφερομένων κατά εκπαιδευτική βαθμίδα και ειδικότητα στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, η οποία το αργότερο εντός δύο μηνών συντάσσει κατάλογο κενών θέσεων ή αναγκών της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, για την τοποθέτηση του μεταφερόμενου προσωπικού.
3. Η μεταφορά του προσωπικού γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων σε κλάδο ή ειδικότητα της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας που ανήκει ο μεταφερόμενος. Με την ίδια απόφαση η μεταφορά μπορεί να γίνει και σε κλάδο συναφών τυπικών προσόντων της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας σε κενές θέσεις ή και σε προσωποπαγείς θέσεις σε υφιστάμενο ή και σε προσωρινό κλάδο, που συνιστώνται με την περί μεταφοράς πράξη και καταργούνται αυτοδίκαια με την κατά οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση των μεταφερομένων.
4. Το μεταφερόμενο προσωπικό εντάσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας εκπαιδευτικής βαθμίδας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε στην καθεμία από τις δύο εταιρείες.
5. Το προσωπικό εξακολουθεί να υπάγεται στους ίδιους φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης που υπαγόταν πριν τη μεταφορά ή εντάσσεται με δήλωσή του στον φορέα της νέας απασχόλησής του.
6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για το προσωπικό των ανωτέρω εταιρειών, του οποίου η σύμβαση έχει ήδη καταγγελθεί, λόγω της θέσης των ανωτέρω εταιρειών σε εκκαθάριση.

Άρθρο 26
Κανόνες Τεκμηρίωσης Τιμών Ενδοομιλικών Συναλλαγών

1. Εταιρείες που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο και μορφή στην Ελλάδα υποχρεούνται να εφαρμόζουν στις συναλλαγές τους με τις εταιρείες που είναι συνδεδεμένες με αυτές κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ.ν.2190/1920 (ενδοομιλικές συναλλαγές), όρους οι οποίοι να είναι ταυτόσημοι ή όμοιοι, σε κάθε δε περίπτωση να μην αποκλίνουν αναιτιολόγητα από τους όρους, οι οποίοι θα εφαρμόζονταν για τις ίδιες ή παρόμοιες συναλλαγές μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων (αρχή των ίσων αποστάσεων).
2. Για τον έλεγχο της συμμόρφωσης με την υποχρέωση της προηγούμενης παραγράφου, οι υπόχρεες εταιρείες τεκμηριώνουν τις τιμές σε όλες τις ενδοομιλικές συναλλαγές τους με την κατάρτιση πλήρους και τυποποιημένης μελέτης τεκμηρίωσης τιμών, η οποία αποτελείται:
α. Όσον αφορά τους ομίλους, όπου η μητρική εταιρία είναι Ελληνική, από το «Βασικό Φάκελο Τεκμηρίωσης», ο οποίος περιέχει γενικές πληροφορίες για τον όμιλο, όπως ενδεικτικά είναι οι πληροφορίες για τις συνδεδεμένες εταιρίες και υποκαταστήματα του ομίλου, την τιμολογιακή πολιτική του ομίλου και τη μέθοδο τεκμηρίωσης του ΟΟΣΑ που ακολουθεί ο όμιλος στις ενδοομιλικές συναλλαγές του για την εφαρμογή της αρχής των ίσων αποστάσεων και
β. Όσον αφορά τις ημεδαπές θυγατρικές αλλοδαπών ομίλων και τις αλλοδαπές εταιρείες που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο ή μορφή στην Ελλάδα, από τον «Ελληνικό Φάκελο Τεκμηρίωσης», ο οποίος περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την τεκμηρίωση των τιμών των συναλλαγών της ελληνικής θυγατρικής ή του υποκαταστήματος με τις αλλοδαπές εταιρείες του ομίλου, όπως ενδεικτικά είναι οι πληροφορίες για την τιμολογιακή πολιτική του ομίλου και τη μέθοδο τεκμηρίωσης του ΟΟΣΑ που ακολουθεί ο όμιλος στις ενδοομιλικές συναλλαγές του για την εφαρμογή της αρχής των ίσων αποστάσεων.
Οι ανωτέρω φάκελοι τεκμηρίωσης ενημερώνονται υποχρεωτικά, όταν μεταβληθούν τα διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία της αγοράς ή τα στοιχεία των συναλλαγών τα οποία επηρεάζουν την αξιολόγηση της ακολουθούμενης ενδοομιλικής τιμολογιακής πολιτικής.
3. Για το σκοπό του ελέγχου της συμμόρφωσης των υπόχρεων εταιρειών με τις διατάξεις του παρόντος, ο Βασικός και ο Ελληνικός Φάκελος Τεκμηρίωσης, κατά περίπτωση, θα πρέπει να είναι διαθέσιμοι οποτεδήποτε ζητηθούν από τις αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Ανάπτυξης εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος.
4. Οι υπόχρεες εταιρείες υποβάλλουν ετησίως στο Υπουργείο Ανάπτυξης εντός τεσσάρων μηνών και δεκαπέντε ημερών από τη λήξη της διαχειριστικής τους περιόδου, κατάσταση στην οποία εμφανίζονται τα στοιχεία των ενδοομιλικών συναλλαγών τους, ιδίως ο αριθμός και οι αξίες αυτών.
5. Από τις υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου απαλλάσσονται:
α. Οι εταιρείες που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο ή μορφή στην Ελλάδα και έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ. Η απαλλαγή αίρεται, αν μια εταιρεία υπερβεί το όριο του κύκλου εργασιών για δύο συνεχόμενες διαχειριστικές χρήσεις. Υποχρέωση δημιουργείται εκ νέου από την επόμενη διαχειριστική χρήση εκείνης που για δεύτερη συνεχή διαχειριστική χρήση ο ετήσιος κύκλος εργασιών υπερέβη το όριο του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ.
β. Οι συμβάσεις μεταξύ συνδεδεμένων εταιριών με αξία χαμηλότερη του ποσού των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ ετησίως.
6. Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος επιβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο ίσο με δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας των συναλλαγών για τις οποίες δεν τέθηκε στη διάθεση του ελέγχου ο οικείος φάκελος τεκμηρίωσης ή δεν υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 4 καταστάσεις.
7. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων της παραγράφου 1 του παρόντος τιμωρείται κατά τις παραγράφους 7 και 14 του άρθρου 30 του Αγορανομικού Κώδικα, όπως αυτός ισχύει.
8. Οι διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 7, 8, 10 και 11 του ν.3668/2008 εφαρμόζονται ανάλογα και για την επιβολή των κυρώσεων των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος άρθρου.
9. Εάν από το σχετικό έλεγχο των στοιχείων του φακέλου τεκμηρίωσης και των καταστάσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο διαπιστώνεται παράβαση της υποχρέωσης της παραγράφου 1 του παρόντος, ενημερώνονται άμεσα οι αρμόδιες φορολογικές αρχές για την εφαρμογή των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας και την επιβολή των προβλεπόμενων φορολογικών κυρώσεων.
10. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή του παρόντος, όπως, ιδίως, τα στοιχεία που πρέπει να περιέχουν ο «Βασικός Φάκελος Τεκμηρίωσης» και ο «Ελληνικός Φάκελος Τεκμηρίωσης», οι μέθοδοι που θα χρησιμοποιηθούν και η διαδικασία ελέγχου αυτών, καθώς και το ακριβές περιεχόμενο των καταστάσεων της παραγράφου 4. Επίσης με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μπορούν να εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος ορισμένες συναλλαγές.
11. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται για τη διαχειριστική περίοδο που λήγει μετά την έναρξη ισχύος του και εφεξής.

Άρθρο 27
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3066/2002
σχετικών με το Ταμείο Εγγυοδοσίας
Μικρών και
πολύ Μικρών Επιχειρήσεων ( Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε. Α.Ε.)

1. Το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν.3066/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«Στο Δ.Σ. της Εταιρείας μετέχουν από ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Ανάπτυξης, του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, της Τράπεζας της Ελλάδος, της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος και της Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε., υποδεικνυόμενος από τον οικείο φορέα.»
2. Η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.3066/2002 τροποποιείται ως εξής:
«3. Επί δέκα έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου για τη στελέχωση του Ταμείου με κάθε φύσεως προσωπικό εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.2919/2001 (ΦΕΚ 128 Α΄).»
3. Στο άρθρο 7 του ν.3066/2002 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Ζητήματα που αφορούν στη διάρθρωση των υπηρεσιών και στη στελέχωση της Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε. Α.Ε. ρυθμίζονται με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, οι οποίες εγκρίνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης.»
4. Τα τρία πρώτα εδάφια του άρθρου 8 του ν.3066/2002 αντικαθίστανται ως εξής:
«Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Ανάπτυξης και Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, θεσπίζονται Κανονισμοί Παροχής Εγγυήσεων και άλλων χρηματοδοτικών μέσων, οι οποίοι δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι Κανονισμοί βασίζονται στον επιμερισμό του επιχειρηματικού κινδύνου μεταξύ των Μ.Ε. και Π.Μ.Ε., των πιστωτικών ιδρυμάτων και της Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε. Α.Ε., λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων κάθε κατηγορίας. Με τους Κανονισμούς τίθενται οι κανόνες παροχής εγγυοδοσίας και άλλων χρηματοδοτικών μέσων, οι προϋποθέσεις κατάπτωσης της εγγύησης, η κατάταξη σε κατηγορίες των παρεχόμενων υπηρεσιών, οι όροι λειτουργίας των χρηματοδοτικών μέσων που παρέχονται και ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη σχετική λειτουργία του Ταμείου σύμφωνα με τις παρακάτω αρχές:».
5. Το δεύτερο εδάφιο του σημείου ε΄ του άρθρου 8 του ν.3066/2002 τροποποιείται ως εξής:
«Η προμήθεια για τις εγγυήσεις επί δανείων δεν μπορεί να υπολείπεται του ένα τοις εκατό (1%) επί του αναλαμβανόμενου κινδύνου.»
6. Το σημείο στ΄ του άρθρου 8 του ν.3066/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«στ. Το Ταμείο δεν επιτρέπεται να παραιτείται της ενστάσεως διζήσεως του άρθρου 855 του Αστικού Κώδικα εκτός από κατηγορίες παρεχόμενων υπηρεσιών και συγκεκριμένες δράσεις και προγράμματα, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στον Κανονισμό Παροχής Εγγυήσεων. Οι προϋποθέσεις άσκησης της ενστάσεως διζήσεως καθορίζονται με τον Κανονισμό Παροχής Εγγυήσεων.»
7. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9 του ν.3066/2002 τροποποιείται ως εξής:
«Η εποπτεία του Ταμείου για θέματα προσωπικού και υλοποίησης συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή/και άλλους διεθνείς οργανισμούς, καθώς και η άσκηση γενικής πολιτικής για τις Μ.Μ.Ε., ασκείται από τον Υπουργό Ανάπτυξης.»
8. Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 9 του ν.3066/2002 διαγράφεται.

Άρθρο 28

Στο τέλος της υποπερίπτωσης αα΄ της περιπτώσεως β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν.2664/1998 (ΦΕΚ 275 Α), όπως η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την παράγραφο 11 του άρθρου 2 του ν.3481/2006 (ΦΕΚ 162 Α), προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Συναίνεση του Δημοσίου δεν απαιτείται και στην περίπτωση που το δημόσιο έγγραφο, με βάση το οποίο ζητείται η διόρθωση της εγγραφής, αποτελεί τίτλο εγγραπτέου δικαιώματος επί άλλου κτηματογραφηθέντος ακινήτου της ίδιας κτηματογραφηθείσας περιοχής, το οποίο δηλώθηκε και καταχωρίσθηκε στο κτηματολόγιο, καθώς και όταν ο τίτλος του αιτούντος τη διόρθωση ή των δικαιοπαρόχων του (άμεσων ή απώτερων) είναι παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.. Το ίδιο ισχύει επίσης όταν το ακίνητο με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη», για το οποίο ζητείται η διόρθωση, είναι οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία και από το συσχετισμό του προσκομιζόμενου τίτλου κτήσης του αιτούντος και των δικαιοπαρόχων του προς την πράξη σύστασης της οριζόντιας ή κάθετης, αντίστοιχα, ιδιοκτησίας, διαπιστώνεται ότι εξαντλείται το σύνολο των εξ αδιαιρέτου ποσοστών του εγγραπτέου δικαιώματος επί της οριζόντιας ή κάθετης αυτής ιδιοκτησίας. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και στην περίπτωση που στην οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία δεν αντιστοιχεί αυτοτελές κτηματολογικό φύλλο, αλλά το αντιστοιχούν σε αυτήν ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου εμφανίζεται με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη». Στην περίπτωση αυτή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διορθώσεως της αρχικής εγγραφής με τη διαδικασία του πρόδηλου σφάλματος, δημιουργείται αυτοτελές κτηματολογικό φύλλο για την οριζόντια ή κάθετη, αντίστοιχα, ιδιοκτησία.»

Άρθρο 29
Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν στις επί μέρους διατάξεις ορίζεται διαφορετικά.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.