ΠΟΛ.1246/7.12.2011

I. ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΦΟΡΟΥ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
1. Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 38 του Ν.4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α’) «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο – βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» αντικαταστάθηκε το άρθρο 9 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ). Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 9 του ΚΦΕ, όπως ισχύει, ορίζεται ότι το δηλωθέν εισόδημα, πραγματικό ή αυτό που προκύπτει με βάση τις αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες και δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του φορολογούμενου, υποβάλλεται σε φόρο με βάση την ακόλουθη κλίμακα:

Κλιμάκιο
εισοδήματος
(ευρώ)
Φορολογικός
συντελεστής
%
Φόρος
κλιμακίου
(ευρώ)
Σύνολο
εισοδήματος
(ευρώ)
Σύνολο
φόρου
(ευρώ)
5.000,00 0 0,00 5.000,00 0,00
7.000,00 10 700,00 12.000,00 700,00
4.000,00 18 720,00 16.000,00 1.420,00
10.000,00 25 2.500,00 26.000,00 3.920,00
14.000,00 35 4.900,00 40.000,00 8.820,00
20.000,00 38 7.600,00 60.000,00 16.420,00
40.000,00 40 16.000,00 100.000,00 32.420,00
Άνω των 100.000,00 45      

2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 38 του Ν.4024/2011 ορίζεται ότι οι νέες διατάξεις του άρθρου 9 του ΚΦΕ έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται, κατά περίπτωση, από 1.1.2011 και μετά. Ειδικά για την παρακράτηση φόρου εισοδήματος, η κλίμακα της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος έχει εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2012 και μετά.
3. Ενόψει των ανωτέρω, ο υπολογισμός του φόρου που πρέπει να παρακρατείται από 1.1.2012 κατά την καταβολή μισθών, ημερομισθίων, συντάξεων και λοιπών παροχών, θα γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 57 και την ανωτέρω φορολογική κλίμακα του άρθρου 9 του ΚΦΕ.
4. Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 9 του ΚΦΕ, όπως ισχύει, ορίζεται ότι το αφορολόγητο ποσό του πρώτου κλιμακίου της κλίμακας προκειμένου για τον υπολογισμό του φόρου αυξάνεται ως εξής:
- Κατά 2.000,00 ευρώ, αν ο φορολογούμενος έχει ένα (1) τέκνο που τον βαρύνει.
- Κατά 4.000,00 ευρώ, αν έχει δύο (2) τέκνα που τον βαρύνουν.
- Κατά 7.000,00 ευρώ, αν έχει τρία (3) τέκνα που τον βαρύνουν.
Το ποσό των 7.000,00 ευρώ προσαυξάνεται κατά 3.000,00 ευρώ για κάθε τέκνο πέραν του τρίτου που τον βαρύνει.
5. Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 9 του ΚΦΕ, όπως ισχύει, ορίζεται ότι για τους νέους ηλικίας έως και 30 ετών, για τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, όπως ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου αυτού, ή συνταξιούχους ανεξαρτήτως ηλικίας με παιδιά με ειδικές ανάγκες, το αφορολόγητο ποσό ορίζεται στα 9.000,00 ευρώ, εφόσον το δηλωθέν εισόδημα, πραγματικό ή αυτό που προκύπτει με βάση τις αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες και δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του φορολογούμενου, δεν υπερβαίνει τα 9.000,00 ευρώ. Ειδικά για τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου, όταν το συνολικό τους εισόδημα είναι από 9.000,00 ευρώ και άνω, το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση την ανωτέρω κλίμακα περιορίζεται, ώστε το συνολικό καθαρό εισόδημα που προκύπτει μετά από την αφαίρεση του φόρου να μην υπολείπεται του ποσού των 9.000,00 ευρώ.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 9 του ΚΦΕ, όπως ισχύει, ορίζεται ότι το αφορολόγητο ποσό της κλίμακας αυξάνεται με το ποσό των 2.000,00 ευρώ, ως δαπάνη χωρίς δικαιολογητικά, για τον ίδιο φορολογούμενο και για καθένα από τα πρόσωπα που συνοικούν με αυτόν ή τον βαρύνουν, εφόσον είναι άτομα με ειδικές ανάγκες που υπάγονται σε κάποια από τις περ. α’, β’, γ’, δ’, ε’, στ’ της παρ. 3 του άρθρου 9 (παρουσιάζουν αναπηρία 67% και πάνω από νοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση, είναι τυφλοί, νεφροπαθείς κ.λπ.).
Συνεπώς, προκειμένου για τον υπολογισμό του φόρου που πρέπει να παρακρατείται από 1.1.2012, το αφορολόγητο ποσό του πρώτου κλιμακίου της κλίμακας για τις ακόλουθες περιπτώσεις διαμορφώνεται ως εξής:
α) Για τους νέους ηλικίας έως και 30 ετών (που έχουν γεννηθεί από 1.1.1982 και μετά), στα 9.000,00 ευρώ.
β) Για τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών (που έχουν γεννηθεί μέχρι 31.12.1946), στα 9.000,00 ευρώ.
γ) Για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, όπως ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 9, στα 11.000,00 ευρώ.
δ) Για τους συνταξιούχους, ανεξαρτήτως ηλικίας, που τους βαρύνουν παιδιά με ειδικές ανάγκες, στα 11.000,00 ευρώ (εφόσον τους βαρύνει τουλάχιστον ένα παιδί με ειδικές ανάγκες).
ε) Για τους νέους ηλικίας έως και 30 ετών που τους βαρύνουν παιδιά με ειδικές ανάγκες, στα 11.000,00 ευρώ (εφόσον τους βαρύνει τουλάχιστον ένα παιδί με ειδικές ανάγκες).
στ) Για τα άτομα άνω των 30 ετών και μέχρι και 65 ετών που τους βαρύνουν παιδιά με ειδικές ανάγκες, στα 7.000,00 ευρώ (εφόσον τους βαρύνει τουλάχιστον ένα παιδί με ειδικές ανάγκες).
Εφόσον οι φορολογούμενοι των ανωτέρω περιπτώσεων έχουν τέκνα που τους βαρύνουν, τότε το ανωτέρω αφορολόγητο ποσό του πρώτου κλιμακίου της κλίμακας που τους αντιστοιχεί προκειμένου για τον υπολογισμό του φόρου αυξάνεται ως εξής:
- Κατά 2.000,00 ευρώ, αν ο φορολογούμενος έχει ένα (1) τέκνο που τον βαρύνει.
- Κατά 4.000,00 ευρώ, αν έχει δύο (2) τέκνα που τον βαρύνουν.
- Κατά 7.000,00 ευρώ, αν έχει τρία (3) τέκνα που τον βαρύνουν.
Το ποσό των 7.000,00 ευρώ προσαυξάνεται κατά 3.000,00 ευρώ για κάθε τέκνο πέραν του τρίτου που τον βαρύνει.
6. Το ποσό με το οποίο προσαυξάνεται το αφορολόγητο ποσό του πρώτου κλιμακίου, μειώνει το ποσό του δεύτερου κλιμακίου και, αν αυτό δεν επαρκεί, το ποσό του τρίτου κλιμακίου και όποιου επόμενου κλιμακίου απαιτείται.
7. Τονίζεται ότι για την ορθή εφαρμογή όσων ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους, ως τέκνα που βαρύνουν τον φορολογούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΚΦΕ, θεωρούνται:
α) Τα ανήλικα άγαμα τέκνα.
β) Τα ενήλικα άγαμα τέκνα τα οποία δεν έχουν υπερβεί το 25ο έτος της ηλικίας τους και σπουδάζουν σε αναγνωρισμένες σχολές ή σχολεία του εσωτερικού ή του εξωτερικού ή παρακολουθούν δημόσια ή ιδιωτικά Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ) στο εσωτερικό. Ειδικά για τα τέκνα αυτά, καθώς και για τα τέκνα που δεν σπουδάζουν, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θεωρούνται προστατευόμενα μέλη παρατείνεται μέχρι και δύο (2) έτη, εφόσον κατά τα έτη αυτά είναι εγγεγραμμένα στα Μητρώα Ανέργων του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ).
γ) Τα άγαμα τέκνα τα οποία δεν υπάγονται στην προηγούμενη περίπτωση, εφόσον υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία.
δ) Τα τέκνα που είναι άγαμα ή διαζευγμένα ή τελούν σε κατάσταση χηρείας, εφόσον παρουσιάζουν αναπηρία 67% και πάνω από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία.
Τα πιο πάνω τέκνα θεωρείται ότι βαρύνουν τον φορολογούμενο, εφόσον συνοικούν με αυτόν και το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.900,00 ευρώ ή το ποσό των 6.000,00 ευρώ αν αυτά παρουσιάζουν αναπηρία 67% και πάνω από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση.
Για την εξεύρεση του εισοδήματος των 2.900,00 ευρώ ή των 6.000,00 ευρώ, κατά περίπτωση, δεν λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα των περ. α’, β’, γ’ και δ’ της παρ. 2 του άρθρου 7 του ΚΦΕ (εξωιδρυματικό επίδομα, προνοιακά επιδόματα κ.λπ.).
8. Για να τύχουν οι μισθωτοί και συνταξιούχοι των παραπάνω ελαφρύνσεων, πρέπει να υποβάλουν στους εργοδότες τους, τον μήνα Ιανουάριο κάθε έτους και σε μεταγενέστερη μεταβολή, δήλωση οικογενειακής κατάστασης των παιδιών τους που συνοικούν μαζί τους και τους βαρύνουν.
Περαιτέρω, τα άτομα με ειδικές ανάγκες που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 9 του ΚΦΕ, καθώς και οι μισθωτοί και συνταξιούχοι που τους βαρύνουν παιδιά με ειδικές ανάγκες, για να έχουν τις ελαφρύνσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, θα πρέπει να υποβάλουν στους εργοδότες τους, τον μήνα Ιανουάριο κάθε έτους και σε μεταγενέστερη μεταβολή, τα ανάλογα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την απόδειξη των ιδιοτήτων των προσώπων των περ. α’-στ’ της παρ. 3 του άρθρου 9 του ΚΦΕ (γνωμάτευση οικείας πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, εγγραφή στο Γενικό Μητρώο Τυφλών κ.λπ.).
9. Περαιτέρω, σας παρέχουμε και τις ακόλουθες οδηγίες:

Α. Παρακράτηση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών στους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, τους συνταξιούχους (από φορείς κύριας ασφάλισης) και τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου
Οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας θα προσδιορίσουν το μηνιαίο καθαρό εισόδημα κάθε δικαιούχου αφαιρώντας από το ακαθάριστο ποσό του μισθού ή της σύνταξης ή της οποιασδήποτε καταβαλλόμενης παροχής μόνο τα ποσά των νόμιμων κρατήσεων για υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές που για την καταβολή τους βαρύνεται ο μισθωτός ή ο συνταξιούχος.
Διευκρινίζεται ότι ο φόρος εισοδήματος δεν εμπίπτει στην έννοια των κρατήσεων που βαρύνουν τον δικαιούχο και συνεπώς δεν εκπίπτει από το ακαθάριστο ποσό του μηνιαίου ή του ετήσιου εισοδήματος του μισθωτού ή του συνταξιούχου.
Στην έννοια του μηνιαίου καθαρού εισοδήματος περιλαμβάνεται η σύνταξη, ο μισθός και οποιεσδήποτε άλλες αμοιβές της ίδιας περιόδου (υπερωρίες, επίδομα παραγωγής, πριμ παρουσίας, προσαύξηση για απασχόληση νυχτερινή – Κυριακών – αργιών κ.λπ.) που συνεντέλλονται (δηλαδή συνεκκαθαρίζονται) μαζί σε μία μισθοδοτική κατάσταση με τον μισθό.
Στη συνέχεια, οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας κάθε μήνα θα διενεργούν αναγωγή του μηνιαίου καθαρού εισοδήματος με βάση τις πραγματικές καταβαλλόμενες αποδοχές, προκειμένου να προσδιοριστεί το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα κάθε δικαιούχου.
Στους μισθωτούς – συνταξιούχους για τους οποίους το άθροισμα Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος άδειας δεν ισοδυναμεί πλέον με δύο (2) μισθούς ή συντάξεις, ο υπολογισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος θα γίνεται με πολλαπλασιασμό του καθαρού μηνιαίου ποσού του μισθού ή της σύνταξης ή της οποιασδήποτε άλλης παροχής που εμπίπτει στην έννοια του μισθού, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, επί δώδεκα (12) μηνιαίους μισθούς. Στους λοιπούς μισθωτούς – συνταξιούχους, δηλαδή εκείνους για τους οποίους το άθροισμα Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος άδειας εξακολουθεί να ισοδυναμεί με δύο (2) μισθούς ή συντάξεις, ο υπολογισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος θα γίνεται με πολλαπλασιασμό του καθαρού μηνιαίου ποσού του μισθού ή της σύνταξης ή της οποιασδήποτε άλλης παροχής που εμπίπτει στην έννοια του μισθού, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, επί δεκατέσσερις (14) μηνιαίους μισθούς.
Ο ανωτέρω υπολογισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος εφαρμόζεται και για νεοδιορισθέντες υπαλλήλους ή νέους συνταξιούχους με βάση τα δεδομένα του μήνα έναρξης της εργασίας ή καταβολής της σύνταξης. Σημειώνεται ότι, αν στον μισθωτό καταβάλλεται και κάποια άλλη πρόσθετη παροχή (π.χ. ένας μηνιαίος μισθός ως επίδομα ισολογισμού κ.λπ.), για τον υπολογισμό του ετήσιου συνολικού εισοδήματος θα προστίθεται και η παροχή αυτή.
Διευκρινίζεται ότι, όταν καταβάλλεται στον μισθωτό κάποιο έκτακτο εφάπαξ ποσό, με εξαίρεση τις υπερωρίες που καταβάλλονται τακτικά ή έκτακτα (π.χ. πριμ παραγωγικότητας, αναδρομικά προηγούμενων μηνών του ίδιου έτους κ.λπ.) και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές, αυτό το εφάπαξ καταβαλλόμενο ποσό δεν θα συναθροιστεί με τις μηνιαίες αποδοχές, προκειμένου να γίνει αναγωγή των μηνιαίων αποδοχών σε ετήσιο καθαρό εισόδημα, αλλά θα συναθροιστεί με το συνολικό ετήσιο ποσό που προσδιορίζεται με βάση τις μηνιαίες αποδοχές του συγκεκριμένου μήνα. Στην περίπτωση αυτή, ο επιπλέον φόρος που θα προκύψει λόγω της προσθήκης αυτού του ποσού, θα παρακρατηθεί στον μήνα που καταβλήθηκε αυτό το ποσό. Το ποσό του φόρου που αναλογεί βάσει της φορολογικής κλίμακας, κατά περίπτωση, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου, θα μειωθεί κατά ποσοστό 1,5% και το υπόλοιπο αποτελεί τον φόρο που πρέπει να παρακρατηθεί σε ετήσια βάση.
Στους μισθωτούς – συνταξιούχους για τους οποίους το άθροισμα Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος άδειας εξακολουθεί να ισοδυναμεί με δύο (2) μισθούς ή συντάξεις, όπως έχει αναφερθεί και στην εγκύκλιο 1124764/2303/Α0012/ΠΟΛ.1163/12.12.2008, το 1/14 του ποσού αυτού αποτελεί τον φόρο που παρακρατείται κάθε μήνα από τον υπόχρεο εργοδότη κατά την καταβολή των μισθών ή των συντάξεων. Το ίδιο ποσό φόρου πρέπει να παρακρατηθεί και από το ποσό που θα καταβληθεί στον δικαιούχο ως Δώρο Χριστουγέννων. Το 1/2 του φόρου που αναλογεί στο μηνιαίο καθαρό εισόδημα, δηλαδή το 1/28 του ετήσιου φόρου, αποτελεί τον φόρο που αναλογεί στο ποσό που καταβάλλεται στον δικαιούχο ως Δώρο Πάσχα ή ως επίδομα άδειας.
Στους υπόλοιπους μισθωτούς – συνταξιούχους, δηλαδή εκείνους για τους οποίους το άθροισμα Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος άδειας δεν ισοδυναμεί πλέον με δύο (2) μισθούς ή συντάξεις, το 1/12 του ποσού αυτού αποτελεί τον φόρο που παρακρατείται κάθε μήνα από τον υπόχρεο εργοδότη κατά την καταβολή των μισθών ή των συντάξεων. Ο υπολογισμός του φόρου που αντιστοιχεί στο ποσό που καταβάλλεται στον δικαιούχο ως Δώρο Χριστουγέννων, Δώρο Πάσχα και επίδομα άδειας, γίνεται αναλογικά με βάση τα δεδομένα του φόρου που αντιστοιχεί στις αποδοχές του μήνα στον οποίο καταβάλλεται το εκάστοτε Δώρο (Χριστουγέννων – Πάσχα) ή επίδομα άδειας.

Β. Παρακράτηση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών στους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, εφόσον η σχέση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου
Στους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ορισμένου χρόνου αλλά διάρκειας μικρότερης από ένα (1) έτος, το ποσό της παρακράτησης υπολογίζεται με την εφαρμογή συντελεστή στο ακαθάριστο ποσό του ημερομισθίου, ο οποίος ορίζεται σε 3% στο σύνολο του ημερομισθίου πάνω από το ποσό που ορίζεται από τις διατάξεις της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 57 του ΚΦΕ (24,00 ευρώ). Συνεπώς, αν το ακαθάριστο ποσό του ημερομισθίου είναι μικρότερο από το ανωτέρω προβλεπόμενο ποσό, δεν θα γίνεται παρακράτηση του φόρου.
Τονίζεται ότι, αν στον ημερομίσθιο εργάτη καταβάλλονται και πρόσθετες αμοιβές (π.χ. υπερωρίες, επίδομα παραγωγής κ.λπ.), ο ανωτέρω συντελεστής παρακράτησης θα υπολογίζεται με βάση το ποσό του μέσου ημερομισθίου της περιόδου που καταβάλλονται οι πρόσθετες αμοιβές.

Γ. Παρακράτηση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών κατά την καταβολή αμοιβών για υπερωριακή εργασία, επιδόματα, πρόσθετες αμοιβές κ.λπ.
Στις καθαρές αμοιβές για υπερωριακή εργασία, επιχορηγήσεις, επιδόματα, καθώς και στις κάθε άλλου είδους πρόσθετες αμοιβές ή παροχές, οι οποίες καταβάλλονται τακτικά ή έκτακτα και δεν συνεντέλλονται με τις τακτικές αποδοχές, εφόσον αυτές θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, ο παρακρατούμενος φόρος υπολογίζεται με συντελεστή 20% στο συνολικό καθαρό ποσό, όσο και αν είναι αυτό. Ειδικά σε περίπτωση που ωρομίσθιοι καθηγητές απασχολούνται ταυτόχρονα σε πολλούς εργοδότες με σχέση εξαρτημένης εργασίας, όπως συμβαίνει σε καθηγητές που απασχολούνται ταυτόχρονα σε διάφορα φροντιστήρια, οι εργοδότες, εκτός από εκείνον που καταβάλλει τις μεγαλύτερες αποδοχές, θα παρακρατούν φόρο με συντελεστή 10%.

Δ. Παρακράτηση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών σε αναδρομικά εισοδήματα
Στα εισοδήματα που καταβάλλονται αναδρομικά, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 46 του ΚΦΕ, ο φόρος που παρακρατείται υπολογίζεται με συντελεστή 20% στο καταβαλλόμενο ποσό.

Ε. Παρακράτηση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών σε επικουρικές συντάξεις, βοηθήματα κ.λπ.
Ο υπολογισμός του παρακρατούμενου φόρου στο καθαρό ποσό των συντάξεων ή άλλων παροχών που καταβάλλονται από Ταμεία επικουρικά, μετοχικά, αρωγής ή αλληλοβοήθειας, διενεργείται ως ακολούθως:
α) Με συντελεστή 5%, αν το καθαρό ποσό της παροχής δεν υπερβαίνει τα 2.500,00 ευρώ ετησίως.
β) Με συντελεστή 10%, αν το καθαρό ποσό της παροχής υπερβαίνει τα 2.500,00 ευρώ και μέχρι 4.500,00 ευρώ ετησίως.
γ) Με συντελεστή 15%, αν το καθαρό ποσό της παροχής υπερβαίνει τα 4.500,00 ευρώ ετησίως.

ΣΤ. Λοιπές οδηγίες
1. Ο φόρος που παρακρατείται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 57 του ΚΦΕ, μειώνεται κατά ποσοστό 1,5% κατά την παρακράτησή του.
2. Επίσης, διευκρινίζεται ότι κατά την παρακράτηση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών (ΦΜΥ) δεν λαμβάνεται υπόψη η μείωση φόρου για μισθωτούς που προσφέρουν υπηρεσίες ή κατοικούν για εννέα (9) τουλάχιστον μήνες μέσα στο έτος στους Νομούς που περιγράφονται στην παρ. 5 του άρθρου 9 του ΚΦΕ. Η μείωση αυτή του φόρου υπολογίζεται με την εκκαθάριση του φόρου από τις αρμόδιες ΔΟΥ με την υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων.
3. Η παρακράτηση η οποία διενεργείται με βάση τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 9 του ΚΦΕ, εφαρμόζεται μόνο για τις αμοιβές που αποκτούν οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα του Εμπορικού Ναυτικού για τις υπηρεσίες που παρέχουν σε εμπορικά πλοία.
4. Σε περίπτωση πολλαπλής απασχόλησης, ο εργαζόμενος, με δήλωσή του στους εργοδότες στους οποίους απασχολείται, πρέπει να επιλέγει την κύρια απασχόλησή του με κριτήριο το μεγαλύτερο ποσό αποδοχών που του καταβάλλεται και η παρακράτηση φόρου που θα διενεργεί ο εργοδότης θα γίνεται με βάση τις διατάξεις της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 57 του ΚΦΕ.
Οι εργοδότες που καταβάλλουν τις μικρότερες αποδοχές, θα πρέπει να διενεργούν παρακράτηση φόρου με βάση τις διατάξεις της περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 57 του ΚΦΕ, θεωρουμένων των αποδοχών αυτών ως πρόσθετων αμοιβών, δηλαδή με συντελεστή φόρου 20%.
5. Ακόμη, με τις διατάξεις της περ. θ’ της παρ. 5 του άρθρου 6 του ΚΦΕ απαλλάσσονται από τη φορολογία οι μισθοί, συντάξεις και η πάγια αντιμισθία που χορηγούνται σε πρόσωπα που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και σε πρόσωπα που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό που υπερβαίνει το 80%.
Συνεπώς, κατά την καταβολή μισθών, συντάξεων και πάγιας αντιμισθίας στους πιο πάνω δικαιούχους δεν θα παρακρατείται φόρος εισοδήματος.
6. Επίσης, διευκρινίζεται ότι για το επιπλέον ετήσιο τεκμαρτό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, το οποίο αποκτάται από απασχολούμενους στην επιχείρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. γ’ (παροχή κατοικίας σε στελέχη και υπαλλήλους της επιχείρησης) και της περ. στ’ (παροχή Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου σε στελέχη της επιχείρησης) της παρ. 1 του άρθρου 45 του ΚΦΕ, δεν διενεργείται παρακράτηση ΦΜΥ, καθόσον δεν λαμβάνει χώρα καταβολή εισοδήματος.
7. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ΚΦΕ, μεταξύ άλλων, ορίζεται ότι εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται και το εισόδημα που αποκτούν οι δικηγόροι ως πάγια αντιμισθία για παροχή νομικών υπηρεσιών, καθώς και το εισόδημα που αποκτούν οι ξεναγοί οι οποίοι υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 37 του Ν.1545/1985.
Συνεπώς, κατά την καταβολή στους δικαιούχους των εισοδημάτων αυτής της κατηγορίας έχουν εφαρμογή όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για την παρακράτηση ΦΜΥ.
8. Ακόμη, διευκρινίζεται ότι όταν το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες καταβάλλεται ελεύθερο φόρου, εισόδημα που υπόκειται σε φόρο είναι εκείνο από το οποίο, αν αφαιρεθεί ο φόρος που του αναλογεί, προκύπτει το χωρίς φόρο ποσό που καταβάλλεται στον δικαιούχο.

II. ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 29 ΤΟΥ Ν.3986/2011 ΣΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΜΙΣΘΩΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
1. Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 42 του Ν.4024/2011 προστέθηκαν νέες παρ. 6, 7, 8 και 9 στο άρθρο 29 του Ν.3986/2011. Με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 29 του Ν.3986/2011, όπως ισχύει, ορίζεται ότι στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που αποκτούν οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, οι συνταξιούχοι από φορείς κύριας ασφάλισης, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα (1) έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου, οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα του Εμπορικού Ναυτικού που παρέχουν υπηρεσίες σε εμπορικά πλοία και με εξαίρεση το εισόδημα της περ. θ’ της παρ. 5 του άρθρου 6 του ΚΦΕ, διενεργείται παρακράτηση από τους εργοδότες ή από τους φορείς που καταβάλλουν κύριες συντάξεις έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του ίδιου άρθρου. Η παρακράτηση διενεργείται κατά την καταβολή και υπολογίζεται με συντελεστή μετά από προηγούμενη αναγωγή του μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση, σε ετήσιο καθαρό εισόδημα που ορίζεται από την παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν.3986/2011. Για την απόδοση των ποσών αυτών που παρακρατήθηκαν, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 59 του ΚΦΕ, όπως ισχύουν.
Με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 29 του Ν.3986/2011, όπως ισχύει, ορίζεται ότι τα ανωτέρω εφαρμόζονται για εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2012 μέχρι και 31.12.2014.
Με τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 29 του Ν.3986/2011, όπως ισχύει, ορίζεται ότι η ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων του παρόντος άρθρου δεν αφαιρείται από το συνολικό εισόδημα ή από τον φόρο της κλίμακας του άρθρου 9 του ΚΦΕ.
2. Με τις διατάξεις της περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 38 του Ν.4024/2011 αντικαταστάθηκε το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29 του Ν.3986/2011. Με τις διατάξεις του νέου αυτού εδαφίου ορίζεται ότι εξαιρούνται (από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011) και δεν προσμετρώνται τα εισοδήματα των προσώπων που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και των προσώπων που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό από 80% και άνω, τα εισοδήματα της παρ. 1 του άρθρου 14 (αποζημιώσεις απολυόμενων) και της περ. γ’ της παρ. 4 του άρθρου 45 του ΚΦΕ (εφάπαξ παροχή από τα Ταμεία προνοίας και άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς, εφάπαξ δημοσίων υπαλλήλων κ.λπ.).
3. Με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 83 του ΚΦΕ, όπως αυτό προστέθηκε με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 42 του Ν.4024/2011, ορίζεται ότι ειδικά για τις διαχειριστικές χρήσεις 2012 έως και 2014 στην ίδια βεβαίωση αναγράφονται και τα παρακρατούμενα ποσά της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.
4. Ενόψει των ανωτέρω, από 1.1.2012 και κατά την καταβολή του μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση, θα διενεργείται παρακράτηση από τους εργοδότες ή από τους φορείς που καταβάλλουν κύριες συντάξεις έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011, η οποία υπολογίζεται με συντελεστή μετά από προηγούμενη αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα ως εξής:
α) Με συντελεστή 1% για ετήσιο καθαρό εισόδημα από 12.001,00 ευρώ έως 20.000,00 ευρώ.
β) Με συντελεστή 2% για ετήσιο καθαρό εισόδημα από 20.001,00 ευρώ έως και 50.000,00 ευρώ.
γ) Με συντελεστή 3% για ετήσιο καθαρό εισόδημα από 50.001,00 ευρώ έως και 100.000,00 ευρώ.
δ) Με συντελεστή 4% για ετήσιο καθαρό εισόδημα από 100.001,00 ευρώ και άνω.
5. Οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας θα προσδιορίσουν το μηνιαίο καθαρό εισόδημα κάθε δικαιούχου αφαιρώντας από το ακαθάριστο ποσό του μισθού ή της σύνταξης ή άλλης παροχής μόνο τα ποσά των νόμιμων κρατήσεων για υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές που για την καταβολή τους βαρύνεται ο μισθωτός ή ο συνταξιούχος. Διευκρινίζεται επίσης ότι από το ανωτέρω ακαθάριστο ποσό δεν αφαιρείται ο παρακρατούμενος ΦΜΥ.
Στην έννοια του μηνιαίου καθαρού εισοδήματος περιλαμβάνεται η σύνταξη, ο μισθός και οποιεσδήποτε άλλες αμοιβές της ίδιας περιόδου (υπερωρίες, επίδομα παραγωγής, πριμ παρουσίας, προσαύξηση για απασχόληση νυχτερινή – Κυριακών – αργιών κ.λπ.) που συνεντέλλονται (δηλαδή συνεκκαθαρίζονται) μαζί σε μία μισθοδοτική κατάσταση με τον μισθό.
Στη συνέχεια, οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας κάθε μήνα θα διενεργούν αναγωγή του μηνιαίου καθαρού εισοδήματος με βάση τις πραγματικές καταβαλλόμενες αποδοχές, προκειμένου να προσδιοριστεί το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα κάθε δικαιούχου.
Στους μισθωτούς – συνταξιούχους για τους οποίους το άθροισμα Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος άδειας δεν ισοδυναμεί πλέον με δύο (2) μισθούς ή συντάξεις, ο υπολογισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος θα γίνεται με πολλαπλασιασμό του καθαρού μηνιαίου ποσού του μισθού ή της σύνταξης ή της οποιασδήποτε άλλης παροχής που εμπίπτει στην έννοια του μισθού, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, επί δώδεκα (12) μηνιαίους μισθούς. Στους λοιπούς μισθωτούς – συνταξιούχους, δηλαδή εκείνους για τους οποίους το άθροισμα Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος άδειας εξακολουθεί να ισοδυναμεί με δύο (2) μισθούς ή συντάξεις, ο υπολογισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος θα γίνεται με πολλαπλασιασμό του καθαρού μηνιαίου ποσού του μισθού ή της σύνταξης ή της οποιασδήποτε άλλης παροχής που εμπίπτει στην έννοια του μισθού, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, επί δεκατέσσερις (14) μηνιαίους μισθούς.
Ο ανωτέρω υπολογισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος εφαρμόζεται και για νεοδιορισθέντες υπαλλήλους ή νέους συνταξιούχους με βάση τα δεδομένα του μήνα έναρξης της εργασίας ή καταβολής της σύνταξης.
Σημειώνεται ότι, αν στον μισθωτό καταβάλλεται και κάποια άλλη πρόσθετη παροχή (π.χ. ένας μηνιαίος μισθός ως επίδομα ισολογισμού κ.λπ.), για τον υπολογισμό του ετήσιου συνολικού εισοδήματος θα προστίθεται και η παροχή αυτή.
Στους μισθωτούς – συνταξιούχους για τους οποίους το άθροισμα Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος άδειας εξακολουθεί να ισοδυναμεί με δύο (2) μισθούς ή συντάξεις, ο συντελεστής παρακράτησης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011 που θα εφαρμοστεί στα ως άνω Δώρα, θα προσδιοριστεί με αναγωγή των αποδοχών του μήνα στον οποίο καταβάλλεται το εκάστοτε Δώρο (Χριστουγέννων, Πάσχα ή επίδομα άδειας) σε ετήσιο καθαρό εισόδημα επί δεκατέσσερα (14).
Στους υπόλοιπους μισθωτούς – συνταξιούχους, δηλαδή εκείνους για τους οποίους το άθροισμα Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος άδειας δεν ισοδυναμεί πλέον με δύο (2) μισθούς ή συντάξεις, προκειμένου να υπολογιστεί ο συντελεστής παρακράτησης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011 που θα εφαρμοστεί στα ως άνω Δώρα, στο ετήσιο καθαρό εισόδημα που προσδιορίζεται με αναγωγή των αποδοχών του μήνα στον οποίο καταβάλλεται το εκάστοτε Δώρο (Χριστουγέννων, Πάσχα ή επίδομα άδειας) επί δώδεκα (12), θα προστίθεται και το Δώρο αυτό.
Κατ’ ανάλογη εφαρμογή, όταν σε μισθωτό καταβάλλεται κάποιο έκτακτο εφάπαξ ποσό, προκειμένου να υπολογιστεί ο συντελεστής παρακράτησης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011 που θα εφαρμοστεί στο ποσό αυτό, στο ετήσιο καθαρό εισόδημα που προσδιορίζεται με αναγωγή των αποδοχών του μήνα στον οποίο καταβάλλεται το έκτακτο εφάπαξ ποσό επί δώδεκα (12) ή επί δεκατέσσερα (14), (ανάλογα με το σε ποια από τις ως άνω κατηγορίες εμπίπτει), θα προστίθεται και το ποσό αυτό.
6. Περαιτέρω, σας παρέχουμε και τις ακόλουθες οδηγίες:
i. Το ποσό που παρακρατείται σύμφωνα με τα ανωτέρω έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011, δεν μειώνεται κατά ποσοστό 1,5% κατά την παρακράτησή του.
ii. Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για την παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011, έχουν εφαρμογή και στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που αποκτούν οι δικηγόροι ως πάγια αντιμισθία για την παροχή νομικών υπηρεσιών, οι ξεναγοί που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 37 του Ν.1545/1985, καθώς και οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα Εμπορικού Ναυτικού που παρέχουν υπηρεσίες σε εμπορικά πλοία.
iii. Σε περίπτωση πολλαπλής απασχόλησης του εργαζόμενου σε διαφορετικούς εργοδότες, ο κάθε εργοδότης θα διενεργεί παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011, σύμφωνα με τα ανωτέρω και με βάση τις αποδοχές που πράγματι καταβάλλει στον εργαζόμενο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις αποδοχές που καταβάλλονται στον ίδιο εργαζόμενο και από άλλους εργοδότες.
iv. Στις καθαρές αποδοχές του Προέδρου της Δημοκρατίας, του προέδρου και των αντιπροέδρων της Βουλής, των βουλευτών, του προέδρου και των αντιπροέδρων της κυβέρνησης, των υπουργών, των αναπληρωτών υπουργών και υφυπουργών, των γενικών και ειδικών γραμματέων υπουργείων, των γενικών γραμματέων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, των περιφερειαρχών, των ευρωβουλευτών, των δημάρχων και των προσώπων των περ. α’ και β’ της παρ. 3 του άρθρου 56 του Συντάγματος, διενεργείται παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011 κατά την καταβολή με συντελεστή 5%.
v. Δεν διενεργείται παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011 στις ακόλουθες περιπτώσεις:
· Στα εισοδήματα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ΚΦΕ (αποζημιώσεις απολυόμενων).
· Στους μισθούς, συντάξεις και πάγια αντιμισθία που χορηγούνται σε πρόσωπα που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και σε πρόσωπα που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό από 80% και άνω.
· Στα εισοδήματα της περ. γ’ της παρ. 4 του άρθρου 45 του ΚΦΕ (παροχή που καταβάλλεται εφάπαξ από τα Ταμεία προνοίας και τους άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς, εφάπαξ δημοσίων υπαλλήλων κ.λπ.).
· Στους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ορισμένου χρόνου αλλά διάρκειας μικρότερης από ένα (1) έτος.
· Στα εισοδήματα που καταβάλλονται αναδρομικά, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 46 του ΚΦΕ.
· Στο καθαρό ποσό των συντάξεων ή άλλων παροχών παρόμοιας φύσεως, που καταβάλλονται από Ταμεία επικουρικά, μετοχικά, αρωγής ή αλληλοβοήθειας.
· Στο επιπλέον ετήσιο τεκμαρτό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες το οποίο αποκτάται από απασχολούμενους στην επιχείρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. γ’ (παροχή κατοικίας σε στελέχη και υπαλλήλους της επιχείρησης) και της περ. στ’ (παροχή Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου σε στελέχη της επιχείρησης) της παρ. 1 του άρθρου 45 του ΚΦΕ, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές δεν λαμβάνει χώρα καταβολή εισοδήματος.
7. Τέλος, διευκρινίζεται ότι στις ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών που θα χορηγηθούν στους εργαζόμενους από τις επιχειρήσεις στις οποίες απασχολήθηκαν ως μισθωτοί και θα αφορούν τα εισοδήματα της διαχειριστικής χρήσης του 2012, θα αναγραφούν σε ξεχωριστή στήλη, πέραν του παρακρατηθέντος και αναλογούντος ΦΜΥ, και τα ποσά που παρακρατήθηκαν σύμφωνα με τα ανωτέρω έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011. Βάσει των βεβαιώσεων αυτών, τα παρακρατηθέντα ποσά της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011 θα δηλωθούν επίσης στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που θα υποβάλουν οι φορολογούμενοι στο οικονομικό έτος 2013 (διαχειριστική χρήση έτους 2012), προκειμένου να συμψηφιστούν με τα συνολικά οφειλόμενα ποσά της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του ίδιου άρθρου και νόμου που προκύπτει από τα ετήσια συνολικά καθαρά ατομικά τους εισοδήματα του ίδιου έτους.

III. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
α) Έστω ότι άγαμος μισθωτός του Δημοσίου (για τον οποίο προβλέπεται αφορολόγητο ποσό 5.000,00 €) λαμβάνει για παράδειγμα καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.650,00 € (σταθερές για όλους τους μήνες του 2012), τον Δεκέμβριο καθαρό Δώρο Χριστουγέννων 450,00 €, τον Απρίλιο καθαρό Δώρο Πάσχα 190,00 € και τον Ιούλιο καθαρό επίδομα άδειας 190,00 €.
Ετήσιο καθαρό εισόδημα: 12 x 1.650,00 = 19.800,00 €.
Ετήσιος φόρος κλίμακας: 2.370,00 €.
Μείωση φόρου λόγω παρακράτησης: 2.370,00 x 1,5% = 35,55 €.
Φόρος που πρέπει να παρακρατείται κάθε μήνα: 2.370,00 – 35,55 = 2.334,45 / 12 = 194,54 €.
Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί κατά την καταβολή του Δώρου Χριστουγέννων: 194,54 x (450,00 / 1.650,00) = 53,06 €.
Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί κατά την καταβολή του Δώρου Πάσχα: 194,54 x (190,00 / 1.650,00) = 22,40 €.
Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί κατά την καταβολή του επιδόματος άδειας: 194,54 x (190,00 / 1.650,00) = 22,40 €.
Μηνιαία παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011
Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα: 12 x 1.650,00 = 19.800,00 (1%).
Συνεπώς, 1.650 x 1% = 16,50 €.
Παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011 κατά την καταβολή του Δώρου Χριστουγέννων
Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα: 12 x 1.650,00 = 19.800,00 + 450,00 = 20.250,00 (2%).
Συνεπώς, 450,00 x 2% = 9,00 €.
Παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011 κατά την καταβολή του Δώρου Πάσχα
Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα: 12 x 1.650,00 = 19.800,00 + 190,00 = 19.990,00 (1%).
Συνεπώς, 190,00 x 1% = 1,90 €.
Παρακράτηση έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011 κατά την καταβολή του επιδόματος άδειας
Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα: 12 x 1.650,00 = 19.800,00 + 190,00 = 19.990,00 (1%).
Συνεπώς, 190,00 x 1% = 1,90 €.

β) Έστω ότι άγαμος μισθωτός του ιδιωτικού τομέα (για τον οποίο προβλέπεται αφορολόγητο ποσό 5.000,00 € και για τον οποίο το άθροισμα Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος άδειας ισοδυναμεί με δύο μισθούς) λαμβάνει για παράδειγμα καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.650,00 € (σταθερές για όλους τους μήνες του 2012), τον Δεκέμβριο καθαρό Δώρο Χριστουγέννων 1.650,00 €, τον Απρίλιο καθαρό Δώρο Πάσχα 825,00 € και τον Ιούλιο καθαρό επίδομα άδειας 825,00 €.
Ετήσιο καθαρό εισόδημα: 14 x 1.650,00 = 23.100,00 €.
Ετήσιος φόρος κλίμακας: 3.195,00 €.
Μείωση φόρου λόγω παρακράτησης: 3.195,00 x 1,5% = 47,92 €.
Φόρος που πρέπει να παρακρατείται κάθε μήνα: 3.195,00 – 47,92 = 3.147,08 / 14 = 224,79 €.
Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί κατά την καταβολή του Δώρου Χριστουγέννων: 3.147,08 / 14 = 224,79 €.
Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί κατά την καταβολή του Δώρου Πάσχα: 3.147,08 / 28 = 112,39 €.
Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί κατά την καταβολή του επιδόματος άδειας: 3.147,08 / 28 = 112,39 €.
Ποσά που πρέπει να παρακρατηθούν έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011
Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα: 14 x 1.650,00 = 23.100,00 (2%).
Συνεπώς:
Παρακράτηση κατά την καταβολή του μηνιαίου μισθού: 1.650,00 x 2% = 33,00 €.
Παρακράτηση κατά την καταβολή Δώρου Χριστουγέννων: 1.650,00 x 2% = 33,00 €.
Παρακράτηση κατά την καταβολή Δώρου Πάσχα: 825,00 x 2% = 16,50 €.
Παρακράτηση κατά την καταβολή επιδόματος άδειας: 825,00 x 2% = 16,50 €.

γ) Έστω ότι ο μισθωτός της προηγούμενης περ. β’ λαμβάνει κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του 2012 ένα έκτακτο εφάπαξ ποσό 3.000,00 €.
Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα: 14 x 1.650,00 = 23.100,00 + 3.000,00 = 26.100,00 €.
Ετήσιος φόρος κλίμακας: 3.955,00 €.
Μείωση φόρου λόγω παρακράτησης: 3.955,00 x 1,5% = 59,32 €.
Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί πέραν της μηνιαίας παρακράτησης ΦΜΥ του μήνα Σεπτεμβρίου, κατά την καταβολή του έκτακτου εφάπαξ ποσού: 3.955,00 – 59,32 = 3.895,68 – (224,79 x 14) = 748,62 €.
Ποσό έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011 που πρέπει να παρακρατηθεί, πέραν της μηνιαίας παρακράτησης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του ίδιου άρθρου και νόμου του μήνα Σεπτεμβρίου, κατά την καταβολή του έκτακτου εφάπαξ ποσού
Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα: 14 x 1.650,00 = 23.100,00 + 3.000,00 = 26.100,00 (2%).
Συνεπώς, 3.000,00 x 2% = 60,00 €.

Σημειώνεται ότι, κατά τον υπολογισμό του παρακρατούμενου ΦΜΥ και της παρακράτησης έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011, τα ποσά που προκύπτουν θα στρογγυλοποιούνται στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο, π.χ. αν προκύψει ποσό 14,3876 ευρώ θα παρακρατείται ποσό 14,39 ευρώ ή αν προκύψει ποσό 14,2237 ευρώ θα παρακρατείται ποσό 14,22 ευρώ. Δηλαδή ισχύει ο κανόνας στρογγυλοποίησης του Κανονισμού 1103/1997/Ε.Ε.

Παρακαλούμε όπως η διαταγή αυτή, με τη φροντίδα των αρμόδιων υπηρεσιών και Διευθύνσεων των υπουργείων και των νομαρχιών, να κοινοποιηθεί σε όλους τους εκκαθαριστές μισθοδοσίας, ώστε η παρακράτηση του φόρου και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν.3986/2011 να γίνεται κανονικά από αυτούς.